Μετάβαση στο περιεχόμενο

filmographie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
filmographie filmographies

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
filmographie (νόθο σύνθετο) < film + -o- + -graphie
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: φιλμογραφία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

filmographie (fr) θηλυκό