flétrissement

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
flétrissement flétrissements

flétrissement (fr) αρσενικό

  1. (βοτανική) ασθένεια των φυτών που προκαλεί τον μαρασμό τους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]