Μετάβαση στο περιεχόμενο

founder

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
founder founders

founder (en)

ενεστώτας founder
γ΄ ενικό ενεστώτα founders
αόριστος foundered
παθητική μετοχή foundered
ενεργητική μετοχή foundering

founder (en) (επίσημο)

  1. (για ένα σχέδιο) αποτυγχάνω
  2. (για πλοίο) γεμίζω με νερά και βυθίζομαι