founder
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| founder | founders |
founder (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | founder |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | founders |
| αόριστος | foundered |
| παθητική μετοχή | foundered |
| ενεργητική μετοχή | foundering |
- (για ένα σχέδιο) αποτυγχάνω
- (για πλοίο) γεμίζω με νερά και βυθίζομαι