fricassée
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fricassée | fricassées |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]fricassée (fr) θηλυκό
- (γαστρονομία) → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
Σημείωση: Διαφορετικό το ελληνικό φρικασέ.
Πηγές
[επεξεργασία]- fricassée - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- fricassée - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé