Μετάβαση στο περιεχόμενο

fricassée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fricassée fricassées

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fricassée < fricasser < frire < λατινική frigo + casser
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: φρικασέ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fricassée (fr) θηλυκό