fumeuse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
fumeuse fumeuses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fumeuse (fr) θηλυκό