Μετάβαση στο περιεχόμενο

génétique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
génétique génétiques

Επίθετο

[επεξεργασία]

génétique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]