gela

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βασκικά (eu) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
gela gelak

gela (eu)

  1. το δωμάτιο
  2. η αίθουσα
  3. η τάξη (=η αίθουσα της τάξης)