Μετάβαση στο περιεχόμενο

generality

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

generality (en)

  • η γενικότητα
  • το αν (και το να) ισχύει κάτι γενικά (και όχι μερικά)