Μετάβαση στο περιεχόμενο

giant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

giant (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
giant giants

giant (en)