γίγαντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γίγαντας γίγαντες
γενική γίγαντα γιγάντων
αιτιατική γίγαντα γίγαντες
κλητική γίγαντα γίγαντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γίγαντας < αρχαία ελληνική Γίγας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γίγαντας αρσενικό (θηλυκό: γιγάντισσα)

  1. μυθικό ον που συναντάται σε πολλές από τις μυθολογίες του κόσμου· ανθρωπόμορφος αλλά με ύψος και δύναμη πολλές φορές μεγαλύτερα από του κανονικού ανθρώπου
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος με ύψος πολύ μεγαλύτερο από το μέσο όρο
    κάτω από το καλάθι την άμυνα έβγαζε ένας γίγαντας των 2.10
    συνώνυμα: γιγαντόσωμος, μεγαλόσωμος, ψηλόσωμος, υψηλόσωμος
    αντώνυμα: νάνος
  3. που θεωρείται σημαντική μορφή στον τομέα του
    ο Σοπενάουερ είναι ένας από τους γίγαντες της γερμανικής φιλοσοφίας
  4. (λαϊκότροπο) φιλική προσφώνηση (το γίγαντας (όπως και τα: μεγάλος, τεράστιος κτλ.) αποτελεί εγκωμιαστική φιλική προσφώνηση αντίθετα το μα.λάκας υποτιμητική, και τα δύο δημώδη)
    που 'σαι ρε γίγαντα!, έλα ρε γίγαντα! (συνηθέστερο σε παλαιότερες δεκαετίες ή σε λαϊκές πυκνοκατοικημένες γειτονιές)
  5. (στον πληθ. γίγαντεςδείτε τη λέξη:) ποικιλία φασολιών.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • γίγαντας με πήλινα πόδια: ...

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]