granary

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

granary (en)

  1. σιταποθήκη
  2. τύπος ψωμιού, σύντμηση του granary bread