Μετάβαση στο περιεχόμενο

greed

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
greed < greedy

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

greed (en)

  • η πλεονεξία, η απληστία
    παράδειγμα  His greed led him to ruin.
    Η πλεονεξία του τον οδήγησε στην καταστροφή.
    παράδειγμα  His greed for food made him sick.
    Η απληστία του για φαγητό τον έκανε να αρρωστήσει.
    παράδειγμα  His greed for money knows no bounds.
    Η φιλαργυρία του δεν έχει όρια.