greed
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- greed < greedy
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]greed (en)
- η πλεονεξία, η απληστία
His greed led him to ruin.
- Η πλεονεξία του τον οδήγησε στην καταστροφή.
His greed for food made him sick.
- Η απληστία του για φαγητό τον έκανε να αρρωστήσει.
His greed for money knows no bounds.
- Η φιλαργυρία του δεν έχει όρια.