gregarious
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɡɹɪˈɡɛə.ɹɪ.əs/ (ΗΒ)
- ΔΦΑ : /ɡɹɪˈɡɛɚ.i.əs/ (ΗΠΑ)
- ⓘ
Επίθετο
[επεξεργασία]gregarious (en)
- κοινωνικός (που του αρέσουν οι κοινωνικές συναναστροφές)
- αγελαίος