groch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

groch 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

groch (pl) αρσενικό

  1. το μπιζέλι