μπιζελιά

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

μπιζελιά με καρπούς
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπιζελιά μπιζελιές
γενική μπιζελιάς μπιζελιών
αιτιατική μπιζελιά μπιζελιές
κλητική μπιζελιά μπιζελιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

μπιζελιά < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

μπιζελιά θηλυκό

  1. (βοτανική) ποώδες μονοετές φυτό, (λατινικό όνομα Pisum sativum), που παράγει το μπιζέλι

Δείτε επίσης[edit]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]