häufig

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

häufig (de)

  1. συχνός

Επίρρημα[επεξεργασία]

häufig (de)

  1. συχνά