hawser

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hawser (en)

The hawser was as taut as a bowstring - so strong she pulled upon her anchor. (Robert Louis Stevenson, Treasure Island, 1883)