Μετάβαση στο περιεχόμενο

hostage

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
hostage hostages

hostage (en)

  • ο/η όμηρος
    παράδειγμα  We successfully negotiated the release of the hostages.
    Διαπραγματευτήκαμε με επιτυχία την απελευθέρωση των ομήρων.