hostage
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hostage | hostages |
hostage (en)
- ο/η όμηρος
We successfully negotiated the release of the hostages.
- Διαπραγματευτήκαμε με επιτυχία την απελευθέρωση των ομήρων.