Μετάβαση στο περιεχόμενο

όμηρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Όμηρος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η όμηρος οι όμηροι
      γενική του/της
του
ομήρου
όμηρου
των ομήρων
    αιτιατική τον/την όμηρο τους/τις
τους
ομήρους
όμηρους
     κλητική όμηρε όμηροι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
Κατηγορία όπως «κάτοικος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
όμηρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅμηρος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈo.mi.ɾos/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

όμηρος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αιχμάλωτος που λαμβάνεται ως εγγύηση ότι θα τηρηθούν οι όροι μιας συμφωνίας
  2. αιχμάλωτος του οποίου απειλείται ακόμα και η ζωή, αν δεν ικανοποιηθούν οι επιθυμίες ή τα αιτήματα αυτού που τον αιχμαλώτισε.
      Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας τους πήραν μαζί τους ομήρους στη Βιάννο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μινώταυρος, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
    παράδειγμα  οι αεροπειρατές απελευθέρωσαν τους ομήρους μετά από συμφωνία με τις αρχές
  3. (γενικότερα) που δεν μπορεί να κινηθεί ελεύθερα για να επιλύσει ένα πρόβλημα ή να αντιμετωπίσει μία κατάσταση
    παράδειγμα  ο πρωθυπουργός είναι όμηρος της εσωκομματικής αντιπολίτευσης

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]