όμηρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | όμηρος | οι | όμηροι |
| γενική | του/της του |
ομήρου όμηρου |
των | ομήρων |
| αιτιατική | τον/την | όμηρο | τους/τις τους |
ομήρους όμηρους |
| κλητική | όμηρε | όμηροι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό. | ||||
| Κατηγορία όπως «κάτοικος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- όμηρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅμηρος
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]όμηρος αρσενικό ή θηλυκό
- αιχμάλωτος που λαμβάνεται ως εγγύηση ότι θα τηρηθούν οι όροι μιας συμφωνίας
- αιχμάλωτος του οποίου απειλείται ακόμα και η ζωή, αν δεν ικανοποιηθούν οι επιθυμίες ή τα αιτήματα αυτού που τον αιχμαλώτισε.
- ※ Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας τους πήραν μαζί τους ομήρους στη Βιάννο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μινώταυρος, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
οι αεροπειρατές απελευθέρωσαν τους ομήρους μετά από συμφωνία με τις αρχές
- (γενικότερα) που δεν μπορεί να κινηθεί ελεύθερα για να επιλύσει ένα πρόβλημα ή να αντιμετωπίσει μία κατάσταση
ο πρωθυπουργός είναι όμηρος της εσωκομματικής αντιπολίτευσης
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] όμηρος
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κάτοικος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)