impeachment
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]impeachment (en)
- (νομικός όρος) η απαγγελία κατηγορίας κατά κρατικού αξιωματούχου από τη Βουλή. Στις ΗΠΑ η απαγγελία κατηγορίας εγκρίνεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και η υπόθεση στη συνέχεια εκδικάζεται από τη Γερουσία.
- νομική ή πολιτική εξέταση καθαίρεσης πολιτικού ή άλλου υψηλόβαθμου αξιωματούχου