Μετάβαση στο περιεχόμενο

imperméabilité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
imperméabilité imperméabilités

imperméabilité (fr) θηλυκό