Μετάβαση στο περιεχόμενο

improvised

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

improvised (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

improvised (en)