Μετάβαση στο περιεχόμενο

inaccessible

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
inaccessible < μέση γαλλική inaccessible < λατινική inaccessibilis

Επίθετο

[επεξεργασία]

inaccessible (en)

  1. απρόσιτος
    παράδειγμα  Private universities are becoming more and more inaccessible to the average person.
    Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια γίνονται όλο και πιο απρόσιτα στο μέσο άνθρωπο.
  2. δυσπρόσιτος, απρόσιτος
    παράδειγμα  We camped in a remote and inaccessible spot in the mountains.
    Κάναμε κάμπινγκ σε έναν απομονωμένο και δυσπρόσιτο τόπο στα βουνά.

Αντώνυμα

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Επίθετο

[επεξεργασία]

inaccessible (fr)