inclusive

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

  1. ο μη αποκλειστικός
  2. (μαθηματικά) για όριο στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι ακραίες τιμές

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]