Μετάβαση στο περιεχόμενο

inclusive

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός inclusive
συγκριτικός more inclusive
υπερθετικός most inclusive

inclusive (en)

  1. που περιλαμβάνει το συνολικό κόστος, ή το κόστος κάποιου πράγματος που αναφέρεται, μέσα στην τιμή
    παράδειγμα  The fully inclusive fare for the trip is £52.
    Η συνολική τιμή για το ταξίδι είναι 52 λίρες και περιλαμβάνει τα πάντα.
    παράδειγμα  The rent is inclusive of water and heating.
    Το ενοίκιο περιλαμβάνει το νερό και τη θέρμανση.
  2. συμπεριληπτικός, που σκοπίμως περιλαμβάνει ανθρώπους, πράγματα, ιδέες κτλ. από όλα τα τμήματα της κοινωνίας, από όλες τις οπτικές γωνίες κτλ.
    παράδειγμα  The party must adopt more inclusive strategies and a broader vision.
    Το κόμμα πρέπει να υιοθετήσει πιο συμπεριληπτικές στρατηγικές και ένα ευρύτερο όραμα.
  3. (μαθηματικά) για όριο στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι ακραίες τιμές

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]