Μετάβαση στο περιεχόμενο

incompetent

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

incompetent (en)

he is mentally incompetent - είναι διανοητικώς ανίκανος