ανίκανος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀνίκανος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανίκανος ανίκανη ανίκανο
γενική ανίκανου ανίκανης ανίκανου
αιτιατική ανίκανο ανίκανη ανίκανο
κλητική ανίκανε ανίκανη ανίκανο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανίκανοι ανίκανες ανίκανα
γενική ανίκανων ανίκανων ανίκανων
αιτιατική ανίκανους ανίκανες ανίκανα
κλητική ανίκανοι ανίκανες ανίκανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανίκανος < ελληνιστική κοινή ἀνίκανος < ἀν- + ἱκανός < ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική impuissant)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανίκανος, -η, -ο

  1. που δεν είναι ικανός, άξιος ή κατάλληλος
    Όσο δραστήριος και ικανός ήταν ο Βασίλειος, τόσο ακαμάτης και ανίκανος ο αδελφός του. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  2. (ιατρική) που αδυνατεί να τεκνοποιήσει ή γενικότερα να έχει σεξουαλικές επαφές
  3. (νομικός όρος) που δεν έχει κάποια δικαιώματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]