indelible

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία en[επεξεργασία]

indelible < λατινικά: indelebilis ‎(“άφθαρτος”)

Προφορά[επεξεργασία]

/ɪnˈdɛləbl/

Επίθετο[επεξεργασία]

indelible (en)

  1. ανεξίτηλος, ανεξάλειπτος
    indelible stain, trace, memory
  2. που δεν μπορεί να ακυρωθεί

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]