indent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Indenting markup.png

indent (en)

  1. (σε κείμενο) εσοχή

Ρήμα[επεξεργασία]

indent (en)

  1. (σε κείμενο) δημιουργώ εσοχή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]