inequality
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| inequality | inequalities |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]inequality (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- η ανισότητα
Women all over the world protest against inequality every year on 8 March.
- Γυναίκες, σε όλον τον κόσμο, διαμαρτύρονται κατά της ανισότητας κάθε χρόνο στις 8 Μαρτίου.
Inequality is considered an inherent problem in many societies.
- Η ανισότητα θεωρείται εγγενές πρόβλημα πολλών κοινωνιών.
Large inequalities in wealth cause social unrest.
- Οι μεγάλες ανισότητες πλούτου προκαλούν κοινωνική αναταραχή.