inexpugnable

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
inexpugnable inexpugnables

inexpugnable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. απόρθητος