Μετάβαση στο περιεχόμενο

infibulation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
infibulation infibulations

infibulation (fr) θηλυκό