Μετάβαση στο περιεχόμενο

inflationary

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

inflationary (en)

inflationary pressures - πληθωριστικές πιέσεις