injury
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| injury | injuries |
injury (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο τραυματισμός του σώματος, το τραύμα
The helmet shields the head from injuries.
- Το κράνος θωρακίζει το κεφάλι από τραυματισμούς.
He had a shoulder injury from the accident.
- Είχε τραύμα στον ώμο από το ατύχημα.
- (μη μετρήσιμο, νομικός όρος) η ψυχική βλάβη
Damages may be awarded for emotional injury.
- Μπορεί να επιδικαστεί αποζημίωση για ψυχική βλάβη.