Μετάβαση στο περιεχόμενο

intertextualité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
intertextualité intertextualités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

intertextualité (fr) θηλυκό