intro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

intro < intra

Ρήμα[επεξεργασία]

intro (la) (intrō1, intrāvī, intrātum, intrāre)

  1. εισάγω, μπαίνω

Κλίση[επεξεργασία]