irrational

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

irrational (en)

  1. παράλογος, μη θεμελιωμένος στη λογική
  2. (μαθηματικά) άρρητος (αριθμός)

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]