irren

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

irren (de)

  1. σφάλλω, κάνω λάθος
  2. περιφέρομαι άσκοπα
  1. σφάλλω, κάνω λάθος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: Irrtum