isogone

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
isogone isogones

isogone (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (γεωμετρία) ισογώνιος