Μετάβαση στο περιεχόμενο

isola

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
isola isole

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

isola (it) θηλυκό