izem

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : -izem

Καβυλικά (kab) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

izem αρσενικό (θηλυκό: tizemt)

  1. (ζωολογία) το λιοντάρι
  2. (ειδικότερα) το αρσενικό λιοντάρι, ο λέοντας