jajko

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

jajko < υποκοριστικό του jajo

Προφορά[επεξεργασία]

jajko 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

jajko (pl) ουδέτερο

  1. το αβγό
  2. (πληροφορική) (αργκό) ο πυρήνας
     συνώνυμα: jądro

Ταυτόσημο[επεξεργασία]