jammer

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

jammer (en)

  1. παρεμβολέας, παρεμποδιστής σήματος
  2. μουσικός που τζαμάρει/αυτοσχεδιάζει χαλαρά

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

jammer 

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

jammer (nl)