Μετάβαση στο περιεχόμενο

justesse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
justesse justesses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

justesse (fr) θηλυκό