Μετάβαση στο περιεχόμενο

kılçık

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɯɫˈt͡ʃɯk/
τυπογραφικός συλλαβισμός: kılçık

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kılçık (tr)

  1. το ψαροκόκαλο
  2. το άγανο

Συγγενικά

[επεξεργασία]