kaivo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kaivo (fi)

  1. το πηγάδι
  2. η πηγή