πηγάδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πηγάδι πηγάδια
γενική πηγαδιού πηγαδιών
αιτιατική πηγάδι πηγάδια
κλητική πηγάδι πηγάδια
ένα πηγάδι (1) με μαγκάνι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηγάδι < μεσαιωνική ελληνική πηγάδι < ελληνιστική κοινή πηγάδιον < υποκοριστικό του αρχαίου ελληνικού πηγή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ˈɣa.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πηγάδι ουδέτερο

  • στρογγυλό, συνήθως, τεχνητό άνοιγμα στο έδαφος στο βάθος του οποίου βρίσκεται νερό

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κατουράω στο (σε) πηγάδι: συνήθως σε ερωτηματικές εκφράσεις σε παρελθόντα χρόνο (στο πηγάδι κατούρησε;) για να δείξουν παράπονο κάποιου αδικημένου
    εμείς έχουμε κατουρήσει σε πηγάδι και δεν θα έρθουμε μαζί σας;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

και

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]