Μετάβαση στο περιεχόμενο

πηγάδι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πηγάδι τα πηγάδια
      γενική του πηγαδιού των πηγαδιών
    αιτιατική το πηγάδι τα πηγάδια
     κλητική πηγάδι πηγάδια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ένα πηγάδι με μαγκάνι

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πηγάδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πηγάδι < ελληνιστική κοινή πηγάδιον (υποκοριστικό του ) < αρχαία ελληνική πηγή[1][2][3].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /piˈɣa.ði/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πηγάδι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πηγάδι ουδέτερο

  1. βαθύ, σχετικά στενό, τεχνητό όρυγμα κυλινδρικού σχήματος στο έδαφος από το βάθος του οποίου αντλείται νερό για πόση, άρδευση κτλ.
    χρειάζεται παράθεμα
     συνώνυμα: φρέαρ
  2. (μεταφορικά, προφορικό) το στόμα
    παράδειγμα  Kλείσε το πηγάδι σου και σταμάτα να βρίζεις τους πάντες.
    χρειάζεται παράθεμα
     συνώνυμα: στοματάρα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • κατουράω σε/στο πηγάδι: συνήθως σε ερωτηματικές εκφράσεις σε παρελθόντα χρόνο (στο πηγάδι κατούρησε;) για να δείξουν παράπονο κάποιου αδικημένου
    παράδειγμα  εμείς έχουμε κατουρήσει σε πηγάδι και δεν θα έρθουμε μαζί σας;

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πηγάδι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. πηγάδι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  3. πηγάδι -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)