kontinuerlig

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

kontinuerlig (sv)

  1. συνεχής, αδιάκοπος