συνεχής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική συνεχής συνεχής συνεχές
γενική συνεχούς συνεχούς συνεχούς
αιτιατική συνεχή συνεχή συνεχές
κλητική συνεχή(ς) συνεχής συνεχές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνεχείς συνεχείς συνεχή
γενική συνεχών συνεχών συνεχών
αιτιατική συνεχείς συνεχείς συνεχή
κλητική συνεχείς συνεχείς συνεχή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συνεχής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

συνεχής

  • αυτός που δεν έχει διακοπές, αυτός που συμβαίνει αδιαλλείπτως.
  • ο συνεχόμενος
  • ο συνδεόμενος
  • αυτός που επικοινωνεί με άλλους χώρους ή καταστάσεις (συνεχή δωμάτια)

32πχ Μεταφράσεις[]