kotka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Kotka

Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kotka (fi)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

kotka (pl) < από τη λέξη kot (pl)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɔtka/
Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kotka (pl) θηλυκό