kotka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Kotka

Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kotka (fi)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

kotka (pl) < από τη λέξη kot (pl)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɔtka/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kotka (pl) θηλυκό

  1. η θηλυκή γάτα