kreikkalainen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

kreikkalainen < Kreikka

Επίθετο[επεξεργασία]

kreikkalainen (fi)

  1. ελληνικός
  2. Έλληνας - Ελληνίδα